Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visually
01
οπτικά
in a way that has to do with looking at things or using one's eyes
Παραδείγματα
She learned the concept by watching a demonstration and understanding it visually.
Έμαθε την έννοια παρακολουθώντας μια επίδειξη και την κατανοώντας οπτικά.
02
οπτικά, με οπτικό τρόπο
in a way that is related to seeing, sight, or appearance
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The artist created a stunning mural that captivated viewers visually.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα εντυπωσιακό τοιχογραφία που οπτικά συνεπήρε τους θεατές.
Λεξικό Δέντρο
visually
visual
vision



























