Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most visible
συγκριτικός βαθμός
more visible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scars on his arm were still visible, reminders of past injuries.
Οι ουλές στο χέρι του ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίσεις παλαιών τραυματισμών.
02
ορατός, εμφανής
clearly apparent or easily understood by the mind
Παραδείγματα
The medication showed visible results within just a few days of use.
Το φάρμακο έδειξε ορατά αποτελέσματα μέσα σε λίγες μόνο ημέρες χρήσης.
03
ορατός, αναγνωρισμένος
widely recognized or well-known, often within a particular context or field
Παραδείγματα
The artist ’s unique style made her a visible presence in the local art scene.
Το μοναδικό στυλ της καλλιτέχνη την έκανε μια ορατή παρουσία στη τοπική καλλιτεχνική σκηνή.
Visible
01
ορατό, διαθεσιμότητα
the amount of goods available for trading or delivery, often used in economic and financial contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
visibles
Παραδείγματα
The visible for raw materials has decreased, causing concerns about potential shortages.
Το ορατό για τις πρώτες ύλες έχει μειωθεί, προκαλώντας ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις.
Λεξικό Δέντρο
invisible
visibility
visibleness
visible
vision



























