Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most visible
συγκριτικός βαθμός
more visible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stars were visible in the clear night sky, shining brightly.
Τα αστέρια ήταν ορατά στον καθαρό νυχτερινό ουρανό, λάμποντας έντονα.
02
ορατός, εμφανής
clearly apparent or easily understood by the mind
Παραδείγματα
The visible decline in sales prompted the company to rethink its strategy.
Η ορατή πτώση των πωλήσεων ώθησε την εταιρεία να επανεξετάσει τη στρατηγική της.
03
ορατός, αναγνωρισμένος
widely recognized or well-known, often within a particular context or field
Παραδείγματα
The actor became a visible figure in the industry after starring in several blockbuster films.
Ο ηθοποιός έγινε μια ορατή φιγούρα στη βιομηχανία μετά από πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές ταινίες blockbuster.
Visible
01
ορατό, διαθεσιμότητα
the amount of goods available for trading or delivery, often used in economic and financial contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
visibles
Παραδείγματα
The visible for agricultural products remained stable despite adverse weather conditions.
Το ορατό για τα γεωργικά προϊόντα παρέμεινε σταθερό παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
invisible
visibility
visibleness
visible
vision



























