Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blend
01
αναμιγνύω, συνδυάζω
to combine different substances together
Transitive: to blend different substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blend
γ΄ ενικό πρόσωπο
blends
ενεστώτα μετοχή
blending
απλός αόριστος
blended
παθητική μετοχή
blended
Παραδείγματα
The chef blended various spices to create a flavorful sauce.
Ο σεφ ανέμειξε διάφορα μπαχαρικά για να δημιουργήσει μια γευστική σάλτσα.
02
συγχωνεύομαι, αναμειγνύομαι
to naturally or smoothly combine to form a harmonious whole
Intransitive
Παραδείγματα
The colors on the canvas blend effortlessly, creating a soft gradient.
Τα χρώματα στον καμβά συνδυάζονται αβίαστα, δημιουργώντας μια απαλή διαβάθμιση.
03
αναμιγνύω, συγχωνεύω
to integrate or merge abstract elements or qualities
Ditransitive: to blend an abstract element with another
Παραδείγματα
She blended her artistic vision with practicality to design a functional yet aesthetically pleasing living space.
Συνδύασε την καλλιτεχνική της όραση με την πρακτικότητα για να σχεδιάσει έναν λειτουργικό και αισθητικά ευχάριστο χώρο διαβίωσης.
Blend
01
μείγμα, συνδυασμός
a mixture in which different elements are combined evenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blends
Παραδείγματα
The coffee was a rich blend of Arabica and Robusta beans.
Ο καφές ήταν ένα πλούσιο μείγμα από κόκκους Αραβικής και Ρομπούστα.
02
μείγμα, συγχώνευση
the process of combining elements thoroughly
Παραδείγματα
The chef demonstrated the blend of ingredients for the sauce.
Ο σεφ επίδειξε την ανάμειξη των συστατικών για τη σάλτσα.
03
σύνθετη λέξη, συγκρατημα
a word formed by combining parts of two existing words and merging their meanings
Παραδείγματα
"Brunch" is a blend of "breakfast" and "lunch."
Το "brunch" είναι ένας συνδυασμός του "breakfast" και του "lunch".
Λεξικό Δέντρο
blended
blender
blending
blend



























