Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viciously
01
βάρβαρα, βίαια
in a way that involves physical brutality or causes great bodily harm
Παραδείγματα
Protesters claimed the man had been viciously dragged by security forces.
Οι διαδηλωτές ισχυρίστηκαν ότι ο άνδρας είχε βίαια σερνάρει από τις δυνάμεις ασφαλείας.
1.1
κακεντρεχώς, με κακία
in a way that expresses strong hostility, spite, or malice
Παραδείγματα
She viciously snapped at him after the argument escalated.
Του απάντησε μοχθηρά αφού η συζήτηση κλιμακώθηκε.
Λεξικό Δέντρο
viciously
vicious
vic



























