Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viciously
01
βάρβαρα, βίαια
in a way that involves physical brutality or causes great bodily harm
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The dog viciously bit into the man's leg before it was pulled away.
Ο σκύλος δάγκωσε βίαια το πόδι του άνδρα πριν τραβηχτεί.
1.1
κακεντρεχώς, με κακία
in a way that expresses strong hostility, spite, or malice
Παραδείγματα
The politician was viciously mocked on social media.
Ο πολιτικός κακεντρεχώς χλεύαστηκε στα κοινωνικά δίκτυα.
Λεξικό Δέντρο
viciously
vicious
vic



























