vicinity
vi
vi
ci
ˈsɪ
si
ni
ni
ty
ti
ti
virginity

Ορισμός και σημασία του "vicinity"στα αγγλικά

01

περιοχή, γειτονιά

the area near or surrounding a particular place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vicinities
Παραδείγματα
There were no houses in the immediate vicinity of the old mansion. 

Δεν υπήρχαν σπίτια στην άμεση γειτονιά του παλιού αρχοντικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store