Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vibe
01
συντονίζομαι, ταιριάζω με
to match or fit well with someone or something in terms of atmosphere or feeling, creating a sense of connection or compatibility
Intransitive: to vibe with an atmosphere or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
vibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
vibes
ενεστώτα μετοχή
vibing
απλός αόριστος
vibed
παθητική μετοχή
vibed
Παραδείγματα
She vibes with the calm and serene ambiance of the forest, finding peace among the trees.
Αυτή συντονίζεται με την ήρεμη και γαλήνια ατμόσφαιρα του δάσους, βρίσκοντας γαλήνη ανάμεσα στα δέντρα.
02
χαλαρώνω, ακολουθώ τη ροή
to relax, enjoy the moment, or go with the flow
αργκό
Παραδείγματα
Just vibing with some good music right now.
Απλά χαλαρώνω με καλή μουσική αυτή τη στιγμή.
Vibe
01
ατμόσφαιρα, δόνηση
a feeling or atmosphere that someone or something creates, often based on emotions, energy, or surroundings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vibes
Παραδείγματα
The cafe has a cozy vibe, perfect for relaxing with a book.
Το καφέ έχει μια ζεστή ατμόσφαιρα, ιδανική για χαλάρωση με ένα βιβλίο.



























