Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vibe
01
συντονίζομαι, ταιριάζω με
to match or fit well with someone or something in terms of atmosphere or feeling, creating a sense of connection or compatibility
Intransitive: to vibe with an atmosphere or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
vibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
vibes
ενεστώτα μετοχή
vibing
απλός αόριστος
vibed
παθητική μετοχή
vibed
Παραδείγματα
He vibes with the excitement and anticipation of the concert, eagerly awaiting the start of the show.
Αυτός vibes με τον ενθουσιασμό και την προσμονή της συναυλίας, περιμένοντας με ανυπομονησία την έναρξη της παράστασης.
02
χαλαρώνω, ακολουθώ τη ροή
to relax, enjoy the moment, or go with the flow
slang
Παραδείγματα
They were vibing at the café, talking for hours.
Αυτοί δονιόντουσαν στο καφενείο, μιλώντας για ώρες.
Vibe
01
ατμόσφαιρα, δόνηση
a feeling or atmosphere that someone or something creates, often based on emotions, energy, or surroundings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vibes
Παραδείγματα
The movie 's dark vibe made it feel intense and suspenseful.
Η σκοτεινή ατμόσφαιρα της ταινίας την έκανε να φαίνεται έντονη και γεμάτη αγωνία.



























