vexing
vex
ˈvɛk
vek
ing
sɪng
sing
flexingperplexing

Ορισμός και σημασία του "vexing"στα αγγλικά

01

ενοχλητικός, εκνευριστικός

causing irritation, frustration, or distress 
vexing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vexing
συγκριτικός βαθμός
more vexing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The vexing issue of constant software glitches made the new application frustrating for users. 

Το ενοχλητικό ζήτημα των συνεχών δυσλειτουργιών του λογισμικού έκανε τη νέα εφαρμογή απογοητευτική για τους χρήστες.

Λεξικό Δέντρο

vexing
vex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store