Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vapid
01
άνοστος, ανούσιος
dull in flavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vapid
συγκριτικός βαθμός
more vapid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cocktail was disappointingly vapid, despite its colorful appearance.
Το κοκτέιλ ήταν απογοητευτικά άνοστο, παρά την πολύχρωμη εμφάνισή του.
Παραδείγματα
The party atmosphere felt vapid and uninspiring, with guests struggling to find common ground.
Η ατμόσφαιρα του πάρτι φαινόταν άνοστη και μη εμπνευσμένη, με τους καλεσμένους να αγωνίζονται να βρουν κοινό έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
vapidly
vapidness
vapid



























