vapid
va
ˈveɪ
vei
pid
pɪd
pid
valid

Ορισμός και σημασία του "vapid"στα αγγλικά

01

άνοστος, ανούσιος

dull in flavor 
vapid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vapid
συγκριτικός βαθμός
more vapid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soup was vapid, tasting like warm water with vegetables. 

Η σούπα ήταν άνοστη, είχε γεύση σαν ζεστό νερό με λαχανικά.

02

άνοστος, βαρετός

lacking liveliness, interest, or spirit 
Παραδείγματα
The novel was criticized for its vapid characters and predictable plotline. 

Το μυθιστόρημα επικρίθηκε για τους άτολμους χαρακτήρες του και την προβλέψιμη πλοκή.

Λεξικό Δέντρο

vapidly
vapidness
vapid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store