Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uprise
01
σηκώνομαι, βγαίνω από το κρεβάτι
get up and out of bed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
uprise
γ΄ ενικό πρόσωπο
uprises
ενεστώτα μετοχή
uprising
απλός αόριστος
uprose
παθητική μετοχή
uprisen
02
ανεβαίνω, υψώνομαι
move upward
03
ανασταίνομαι, επιστρέφω από τους νεκρούς
return from the dead
04
ανατέλλω, εμφανίζομαι
come up, of celestial bodies
Παραδείγματα
She uprises with difficulty after a long meeting.
Αυτή σηκώνεται με δυσκολία μετά από μια μεγάλη συνάντηση.
06
εξεγείρομαι, επανίσταμαι
rise up as in fear
07
ανεβαίνω, υψώνομαι
ascend as a sound
08
εμφανίζομαι, αναδύομαι
come into existence; take on form or shape
Λεξικό Δέντρο
uprise
rise



























