upfront
up
ˌʌp
ap
front
ˈfrʌnt
frant

Ορισμός και σημασία του "upfront"στα αγγλικά

01

άμεσος, ειλικρινής

direct and honest in communication, especially regarding challenging or sensitive matters 
upfront definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upfront
συγκριτικός βαθμός
more upfront
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She appreciated his upfront approach to discussing potential challenges in the project. 

Εκτίμησε την ευθεία προσέγγισή του στη συζήτηση πιθανών προκλήσεων του έργου.

01

εκ των προτέρων, προκαταβολικά

paid in advance or at the beginning of a transaction 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company requires a deposit paid upfront before starting the project. 

Η εταιρεία απαιτεί μια προκαταβολή που πληρώνεται εκ των προτέρων πριν από την έναρξη του έργου.

Λεξικό Δέντρο

upfront
front
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store