Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upheave
01
σηκώνω, ανυψώνω
to elevate or lift strongly, especially from below
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
upheave
γ΄ ενικό πρόσωπο
upheaves
ενεστώτα μετοχή
upheaving
απλός αόριστος
upheaved
παθητική μετοχή
upheaved
Παραδείγματα
Miners often use equipment to upheave rocks when searching for minerals.
Οι ανθρακωρύχοι χρησιμοποιούν συχνά εξοπλισμό για να σηκώσουν πέτρες όταν ψάχνουν για ορυκτά.
Λεξικό Δέντρο
upheave
heave



























