to upheave
up
ʌp
ap
heave
hiv
hiv

Ορισμός και σημασία του "upheave"στα αγγλικά

to upheave
01

σηκώνω, ανυψώνω

to elevate or lift strongly, especially from below 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
upheave
γ΄ ενικό πρόσωπο
upheaves
ενεστώτα μετοχή
upheaving
απλός αόριστος
upheaved
παθητική μετοχή
upheaved
Παραδείγματα
The sudden gust of wind began to upheave the tents at the campsite. 

Το ξαφνικό ρεύμα αέρα άρχισε να σηκώνει τις σκηνές στο κάμπινγκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store