unwished
un
ʌn
an
wished
ˈwɪʃt
visht
unwilledunwashed

Ορισμός και σημασία του "unwished"στα αγγλικά

01

ανεπιθύμητος, μη επιθυμητός

not desired or hoped for 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwished
συγκριτικός βαθμός
more unwished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unwished outcome of the project left everyone disappointed. 

Το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα του έργου άφησε όλους απογοητευμένους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store