untamed
un
ˌʌn
an
tamed
ˈteɪmd
teimd
untaxeduntapedunnamed

Ορισμός και σημασία του "untamed"στα αγγλικά

01

αδάμαστος, άγριος

not domesticated or controlled 
untamed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untamed
συγκριτικός βαθμός
more untamed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
nature, control, wildness
Παραδείγματα
The untamed forest stretched for miles, untouched by human hands. 

Το άγριο δάσος εκτεινόταν για μίλια, ανέγγιχτο από ανθρώπινα χέρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

untamed
tamed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store