Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untenable
01
αβάσιμος, αδικαιολόγητος
(of a position, argument, theory, etc.) not capable of being supported, defended, or justified when receiving criticism or objection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untenable
συγκριτικός βαθμός
more untenable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The theory was considered untenable once new evidence emerged.
Η θεωρία θεωρήθηκε αβάσιμη μόλις εμφανίστηκαν νέα στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
untenable
tenable



























