Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstated
01
απροσδιόριστος, σιωπηρός
not clearly said or explained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstated
συγκριτικός βαθμός
more unstated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unstated premise of the argument was that success is measured solely by financial gain.
Η ανείπωτη προϋπόθεση του επιχειρήματος ήταν ότι η επιτυχία μετράται αποκλειστικά από οικονομικό κέρδος.
Λεξικό Δέντρο
unstated
stated



























