Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspotted
01
άψογος, χωρίς κηλίδες
without soil or spot or stain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspotted
συγκριτικός βαθμός
more unspotted
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unspotted
spotted
spot



























