Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspoken
01
σιωπηρός, ανείπωτος
understood or agreed without being put into words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspoken
συγκριτικός βαθμός
more unspoken
διαβαθμίσιμο
02
άφραστο, υπονοούμενο
not expressed in words, but understood or implied through actions, behavior, or context
Παραδείγματα
There was an unspoken bond between the two that made words unnecessary.
Υπήρχε ένας άφραστος δεσμός μεταξύ τους που έκανε τις λέξεις περιττές.
Λεξικό Δέντρο
unspoken
spoken
speak



























