Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unseasonable
01
ασυνήθιστος για την εποχή, εκτός εποχής
happening at an unusual or inappropriate time, typically out of sync with the expected or normal season
Παραδείγματα
Wearing a heavy coat in August seems unseasonable, but the chilly weather made it necessary.
Το να φοράς ένα βαρύ παλτό τον Αύγουστο φαίνεται ανάρμοστο, αλλά ο κρύος καιρός το έκανε απαραίτητο.
02
ασυνήθιστος για την εποχή, ακατάλληλος για την εποχή
not in keeping with (and usually undesirable for) the season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unseasonable
συγκριτικός βαθμός
more unseasonable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unseasonable
seasonable
season



























