Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsaid
01
απροφορίατο, υπονοούμενο
not spoken aloud, but implied or understood through context, behavior, or shared understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsaid
συγκριτικός βαθμός
more unsaid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsaid promise between them was stronger than any written agreement.
Η άρητη υπόσχεση μεταξύ τους ήταν ισχυρότερη από οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία.
Λεξικό Δέντρο
unsaid
said
say



























