Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrewarding
01
ανεπίδοτος, μη ικανοποιητικός
not bringing satisfaction, fulfillment, or positive outcomes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrewarding
συγκριτικός βαθμός
more unrewarding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite dedicating years to the job, the repetitive tasks made it an unrewarding experience for the employee.
Παρά τα χρόνια αφοσίωσης στη δουλειά, οι επαναλαμβανόμενες εργασίες την κατέστησαν μια μη ανταποδοτική εμπειρία για τον εργαζόμενο.
Λεξικό Δέντρο
unrewarding
rewarding
reward



























