Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unreservedly
01
χωρίς επιφύλαξη, χωρίς δισταγμό
without any hesitation or limitation
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
After the heartfelt apology, she unreservedly forgave her friend for the misunderstanding.
Μετά την ειλικρινή συγγνώμη, συγχώρεσε χωρίς επιφύλαξη τη φίλη της για την παρεξήγηση.
02
χωρίς επιφύλαξη, απεριόριστα
without holding back, concealing thoughts, or showing any reservation
Παραδείγματα
He confessed unreservedly to his involvement in the incident, offering a detailed account of what happened.
Ομολόγησε χωρίς επιφύλαξη τη συμμετοχή του στο περιστατικό, προσφέροντας μια λεπτομερή περιγραφή του τι συνέβη.
Λεξικό Δέντρο
unreservedly
reservedly
reserved
reserve



























