Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrepeatable
01
αναπαραγωγή, μη επαναλαμβανόμενο
not capable of being replicated or reproduced due to uniqueness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrepeatable
συγκριτικός βαθμός
more unrepeatable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
uniqueness, events, phenomena
02
αναπαραγώγιμος, μη επαναλαμβανόμενος
not able or fit to be repeated or quoted
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrepeatable
repeatable
repeat



























