unrequited
un
ˌʌn
αν
req
ˈrɪk
ρικ
ui
waɪ
ουαι
ted
tɪd
τιντ
unrequested

Ορισμός και σημασία του "unrequited"στα αγγλικά

unrequited
01

αμοιβαίος, μονόπλευρος

having a feeling or desire that is not returned in the same way by another person 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, relationships, psychology
Παραδείγματα
She suffered from unrequited love for her best friend. 

Υπέφερε από αγάπη χωρίς ανταπόκριση για τον καλύτερό της φίλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store