Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrequited
01
αμοιβαίος, μονόπλευρος
having a feeling or desire that is not returned in the same way by another person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt the sting of unrequited admiration from her colleague.
Ένιωσε το τσίμπημα της απλήρωτης θαυμασίας από τον συνάδελφό της.



























