Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrelated
01
ασύνδετος, μη συνδεόμενος
not connected or linked in any way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrelated
συγκριτικός βαθμός
more unrelated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His comments were completely unrelated to the topic of discussion.
Τα σχόλιά του ήταν εντελώς άσχετα με το θέμα της συζήτησης.
02
ασύνδετος, χωρίς συγγένεια
not connected by kinship
Λεξικό Δέντρο
unrelated
related
relate
rel



























