Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpredictable
01
απρόβλεπτος, απρόβλεπτος
unable to be predicted because of changing many times
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpredictable
συγκριτικός βαθμός
more unpredictable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather in this region is highly unpredictable, with sudden changes in temperature and frequent storms.
Ο καιρός σε αυτήν την περιοχή είναι εξαιρετικά απρόβλεπτος, με ξαφνικές αλλαγές στη θερμοκρασία και συχνές καταιγίδες.
1.1
απρόβλεπτος, ιδιότροπος
(of a person) not behaving in a consistent or expected way
Παραδείγματα
She’s so unpredictable that one day she’s outgoing and the next she barely speaks.
Είναι τόσο απρόβλεπτη που μια μέρα είναι κοινωνική και την επόμενη μιλάει μόλις.
Λεξικό Δέντρο
unpredictable
predictable
predict



























