Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpredictable
01
απρόβλεπτος, απρόβλεπτος
unable to be predicted because of changing many times
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpredictable
συγκριτικός βαθμός
more unpredictable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stock market is unpredictable, with prices fluctuating rapidly throughout the day.
Το χρηματιστήριο είναι απρόβλεπτο, με τις τιμές να κυμαίνονται γρήγορα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
1.1
απρόβλεπτος, ιδιότροπος
(of a person) not behaving in a consistent or expected way
Παραδείγματα
He ’s so unpredictable that no one can guess his next move.
Είναι τόσο απρόβλεπτος που κανείς δεν μπορεί να μαντέψει την επόμενη κίνησή του.
Λεξικό Δέντρο
unpredictable
predictable
predict



























