Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpolluted
01
αμόλυντος, καθαρός
free from admixture with noxious elements; clean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpolluted
συγκριτικός βαθμός
more unpolluted
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unpolluted
polluted
pollute



























