unmixed
un
ʌn
an
mixed
ˈmɪkst
mikst
unfixedunmined

Ορισμός και σημασία του "unmixed"στα αγγλικά

01

καθαρός, αναμείξ

not combined with any other substance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmixed
συγκριτικός βαθμός
more unmixed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chemist used unmixed ingredients to ensure the highest quality of the product. 

Ο χημικός χρησιμοποίησε αναμείκτους συστατικούς για να εξασφαλίσει την υψηλότερη ποιότητα του προϊόντος.

02

καθαρός, αναμείξ

not constituting a compound 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store