Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlimited
01
απεριόριστος, αμέτρητος
without any limits in extent, quantity, or scope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlimited
συγκριτικός βαθμός
more unlimited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With unlimited access to the internet, she could explore any topic she desired.
Με απεριόριστη πρόσβαση στο Διαδίκτυο, μπορούσε να εξερευνήσει οποιοδήποτε θέμα επιθυμούσε.
02
απεριόριστος, ανεξάντλητος
that cannot be entirely consumed or used up
03
απεριόριστος, χωρίς επιφύλαξη
without reservation or exception
Λεξικό Δέντρο
unlimited
limited
limit



























