unlimited
Pronunciation
/ənˈɫɪmətɪd/, /ənˈɫɪmɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "unlimited"στα αγγλικά

01

απεριόριστος, αμέτρητος

without any limits in extent, quantity, or scope
unlimited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlimited
συγκριτικός βαθμός
more unlimited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her creativity knew no bounds, with unlimited ideas flowing freely.
Η δημιουργικότητά της δεν γνώριζε όρια, με απεριόριστες ιδέες να ρέουν ελεύθερα.
02

απεριόριστος, ανεξάντλητος

that cannot be entirely consumed or used up
03

απεριόριστος, χωρίς επιφύλαξη

without reservation or exception

Λεξικό Δέντρο

unlimited
limited
limit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store