Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlimited
01
απεριόριστος, αμέτρητος
without any limits in extent, quantity, or scope
Παραδείγματα
Her creativity knew no bounds, with unlimited ideas flowing freely.
Η δημιουργικότητά της δεν γνώριζε όρια, με απεριόριστες ιδέες να ρέουν ελεύθερα.
02
απεριόριστος, ανεξάντλητος
that cannot be entirely consumed or used up
03
απεριόριστος, χωρίς επιφύλαξη
without reservation or exception
Λεξικό Δέντρο
unlimited
limited
limit



























