Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unimaginably
01
αφάνταστα, με τρόπο αφάνταστο
to a degree or extent that is difficult or impossible to imagine
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The beauty of the landscape was unimaginably breathtaking.
Η ομορφιά του τοπίου ήταν αφάνταστα εντυπωσιακή.
Λεξικό Δέντρο
unimaginably
unimaginable
imaginable
imagine



























