unfathomed
un
ʌn
an
fa
ˈfæ
thomed
ðəmd
dhēmd

Ορισμός και σημασία του "unfathomed"στα αγγλικά

unfathomed
01

ανεξερεύνητος, αμέτρητος

situated at or reaching such great depths that it has not been measured or explored 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfathomed
συγκριτικός βαθμός
more unfathomed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shipwreck lay in the unfathomed depths of the ocean. 

Το ναυάγιο βρισκόταν στα ανεξερεύνητα βάθη του ωκεανού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store