Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfastened
01
ξεβιδωμένος, χαλαρός
not securely fixed or closed, often suggesting openness or looseness
02
ξεκομμένος, χαλαρός
not closed or secured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfastened
συγκριτικός βαθμός
more unfastened
διαβαθμίσιμο
03
ξεδενωμένος, αδέσμευτος
not tied
04
ξεβιδωμένος, χαλαρός
in the direction that the hands of a clock move
05
ξεκολλημένος, ανοιχτός
affording unobstructed entrance and exit; not shut or closed
Λεξικό Δέντρο
unfastened
fastened
fasten



























