Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unexpectedly
Παραδείγματα
She unexpectedly found her lost keys in the coat pocket.
Βρήκε απροσδόκητα τα χαμένα της κλειδιά στην τσέπη του παλτού.
02
σιωπηλά, ήρεμα
being quiet or still or inactive
03
απροσδόκητα, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό
without advance planning
Λεξικό Δέντρο
unexpectedly
unexpected
expected
expect



























