unexcelled
unexcelled
ʌnɪksɛld
ανικσελντ
unshelledimpelledquelledswelled

Ορισμός και σημασία του "unexcelled"στα αγγλικά

unexcelled
01

απαράμιλλος, ασύγκριτος

not surpassed or bettered in quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, achievement, performance
Παραδείγματα
Her unexcelled leadership abilities made her the perfect candidate for the role. 

Οι ανυπέρβλητες ηγετικές της ικανότητες την έκαναν τον ιδανικό υποψήφιο για τον ρόλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store