Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncovered
01
ακάλυπτος, εκτεθειμένος
exposed to view or external elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncovered
συγκριτικός βαθμός
more uncovered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, protection, visibility
Παραδείγματα
The uncovered table was left outside in the rain.
Το ακάλυπτο τραπέζι άφησαν έξω στη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncovered
covered
cover



























