Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unbosom
01
εξομολογούμαι, ανακοινώνω τα συναισθήματά μου
to share or confess personal thoughts, feelings, or worries, especially to find relief
Transitive: to unbosom a feeling or thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbosom
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbosoms
ενεστώτα μετοχή
unbosoming
απλός αόριστος
unbosomed
παθητική μετοχή
unbosomed
Παραδείγματα
She needed someone trustworthy to unbosom her troubles to.
Χρειαζόταν κάποιον αξιόπιστο για να εξομολογηθεί τα προβλήματά της.
Λεξικό Δέντρο
unbosom
bosom



























