Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbelievable
01
απίστευτος, αβάσιμος
difficult to be believed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbelievable
συγκριτικός βαθμός
more unbelievable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her excuse for missing the meeting sounded unbelievable and far-fetched.
Η δικαιολογία της για την απουσία της από τη συνάντηση ακουγόταν απίστευτη και παρατραβηγμένη.
02
απίστευτος, ασύλληπτος
so extreme or unexpected that it's hard to accept as true
Παραδείγματα
The unbelievable price of the item was both insane and outrageous.
Η απίστευτη τιμή του αντικειμένου ήταν τόσο τρελή όσο και εξωφρενική.
Λεξικό Δέντρο
unbelievable
believable
believe



























