unbelief
un
ʌn
αν
be
μπα
lief
lif
λιφ
British pronunciation
/ʌnbɪlˈiːf/

Ορισμός και σημασία του "unbelief"στα αγγλικά

01

απιστία, έλλειψη πίστης

the state of not holding or accepting beliefs
example
Παραδείγματα
In the face of societal progress, unbelief in equal rights for all remains a barrier to achieving true inclusivity and justice.
Αντιμέτωποι με την κοινωνική πρόοδο, η δυσπιστία στην ισότητα δικαιωμάτων για όλους παραμένει ένα εμπόδιο για την επίτευξη της πραγματικής ενσωμάτωσης και δικαιοσύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store