Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unbelief
01
απιστία, έλλειψη πίστης
the state of not holding or accepting beliefs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite extensive evidence, her unbelief in climate change led to skepticism about the need for environmental conservation.
Παρά τα εκτενή στοιχεία, η δυσπιστία της στην κλιματική αλλαγή οδήγησε σε σκεπτικισμό σχετικά με την ανάγκη για περιβαλλοντική διατήρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbelief
belief
believe



























