Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbecoming
01
απρεπής, μη κολακευτικός
not appropriate or attractive, often in a way that goes against accepted standards or social norms
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbecoming
συγκριτικός βαθμός
more unbecoming
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, appearance, ethics
Παραδείγματα
The actress gracefully handled the unbecoming comments made about her appearance in the tabloids.
Η ηθοποιός χειρίστηκε με χάρη τα απρεπή σχόλια που έγιναν για την εμφάνισή της στα ταμπλόιντ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbecoming
becoming
become



























