Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbecoming
01
απρεπής, μη κολακευτικός
not appropriate or attractive, often in a way that goes against accepted standards or social norms
disapproving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbecoming
συγκριτικός βαθμός
more unbecoming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager reprimanded the team member for his unbecoming attitude towards colleagues during the meeting.
Ο διευθυντής επιτίμησε το μέλος της ομάδας για τη απρεπή του συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
unbecoming
becoming
become



























