Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbearably
01
αφόρητα, ανυπόφορα
in a manner that is very hard or impossible to tolerate
Παραδείγματα
The waiting time at the airport became unbearably long.
Ο χρόνος αναμονής στο αεροδρόμιο έγινε αφόρητα μεγάλος.
Λεξικό Δέντρο
unbearably
unbearable
bearable
bear



























