unadorned
un
ˌʌn
αν
a
a
α
dorned
ˈdɔ:nd
ντονντ
adornedscornedhorned

Ορισμός και σημασία του "unadorned"στα αγγλικά

01

απλός, χωρίς διακόσμηση

plain and without decoration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unadorned
συγκριτικός βαθμός
more unadorned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, style, objects
Παραδείγματα
The unadorned walls of the room made it feel more spacious. 

Οι αδιακόσμητοι τοίχοι του δωματίου το έκαναν να φαίνεται πιο ευρύχωρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unadorned
adorned
adorn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store