Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaccompanied
01
μόνη, χωρίς συνοδό
without receiving any help or support from others
Παραδείγματα
He completed the difficult task unaccompanied, with no external help.
Ολοκλήρωσε τη δύσκολη αποστολή μόνος, χωρίς εξωτερική βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
unaccompanied
accompanied
accompany



























