Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaccompanied
01
ασύνοδος, χωρίς συνοδεία
being without an escort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaccompanied
συγκριτικός βαθμός
more unaccompanied
διαβαθμίσιμο
03
χωρίς συνοδό, απομονωμένος
(of a state or an event) taking place without something specified occurring at the same time
unaccompanied
01
μόνη, χωρίς συνοδό
without receiving any help or support from others
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He completed the difficult task unaccompanied, with no external help.
Ολοκλήρωσε τη δύσκολη αποστολή μόνος, χωρίς εξωτερική βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
unaccompanied
accompanied
accompany



























