unabated
u
ˌʌ
a
na
ba
ˈbeɪ
bei
ted
tɪd
tid
uncoatedunabusedunheatedunstated

Ορισμός και σημασία του "unabated"στα αγγλικά

01

αδιάκοπος, χωρίς μείωση

continuing at the same high level 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unabated
συγκριτικός βαθμός
more unabated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The storm raged on with unabated force throughout the night. 

Η καταιγίδα μαίνονταν με αμείωτη δύναμη όλη τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store