Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unabated
01
αδιάκοπος, χωρίς μείωση
continuing at the same high level
Παραδείγματα
His curiosity about the universe remained unabated even in old age.
Η περιέργειά του για το σύμπαν παρέμεινε αμείωτη ακόμα και στη γηρατειά.



























