Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twofold
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company's profits increased twofold after the successful launch of a new product.
Τα κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν διπλάσια μετά την επιτυχή κυκλοφορία ενός νέου προϊόντος.
twofold
01
διπλός, δίπλευρος
possessing two distinctly different aspects or qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twofold
συγκριτικός βαθμός
more twofold
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The twofold nature of the policy included both economic incentives and environmental protections.
Η διττή φύση της πολιτικής περιελάμβανε τόσο οικονομικά κίνητρα όσο και περιβαλλοντικές προστασίες.
Λεξικό Δέντρο
twofold
two
fold



























