Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twofold
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company ’s market reach expanded twofold after the international advertising campaign.
Η εμβέλεια της αγοράς της εταιρείας επεκτάθηκε διπλάσια μετά τη διεθνή διαφημιστική καμπάνια.
twofold
01
διπλός, δίπλευρος
possessing two distinctly different aspects or qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twofold
συγκριτικός βαθμός
more twofold
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The twofold impact of the innovation was seen in both enhanced user experience and increased operational efficiency.
Η διπλή επίδραση της καινοτομίας παρατηρήθηκε τόσο στη βελτιωμένη εμπειρία χρήστη όσο και στην αυξημένη λειτουργική αποδοτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
twofold
two
fold



























