Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twofold
twofold
01
διπλός, δίπλευρος
possessing two distinctly different aspects or qualities
Παραδείγματα
The twofold impact of the innovation was seen in both enhanced user experience and increased operational efficiency.
Η διπλή επίδραση της καινοτομίας παρατηρήθηκε τόσο στη βελτιωμένη εμπειρία χρήστη όσο και στην αυξημένη λειτουργική αποδοτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
twofold
two
fold



























