twofold
two
ˈtu:
too
fold
fəʊld
fewld
two-fold

Ορισμός και σημασία του "twofold"στα αγγλικά

01

διπλά, κατά διπλάσιο τρόπο

in a way that is twice as much or as many 
twofold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company's profits increased twofold after the successful launch of a new product. 

Τα κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν διπλάσια μετά την επιτυχή κυκλοφορία ενός νέου προϊόντος.

01

διπλός, δίπλευρος

possessing two distinctly different aspects or qualities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twofold
συγκριτικός βαθμός
more twofold
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The twofold nature of the policy included both economic incentives and environmental protections. 

Η διττή φύση της πολιτικής περιελάμβανε τόσο οικονομικά κίνητρα όσο και περιβαλλοντικές προστασίες.

02

διπλός, διπλασιασμένος

double in size, amount, or degree 
Παραδείγματα
The twofold increase in sales exceeded the company's expectations. 

Η διπλή αύξηση των πωλήσεων ξεπέρασε τις προσδοκίες της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store