Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
binary
01
δυαδικός, διπλός
pertaining to or involving of two distinct elements or parts
Παραδείγματα
The debate was framed in a binary way, focusing on two opposing viewpoints.
Η συζήτηση πλαισιώθηκε με δυαδικό τρόπο, εστιάζοντας σε δύο αντίθετες απόψεις.
02
δυαδικός, του δυαδικού συστήματος
based on or using a numerical system that operates only on 0 and 1
Παραδείγματα
In binary arithmetic, adding 1 and 1 results in 10, following the rules of base-2.
Στην δυαδική αριθμητική, η πρόσθεση του 1 και του 1 δίνει 10, ακολουθώντας τους κανόνες της βάσης-2.
03
δυαδικός
referring to a structure, measure, or rhythm based on two beats or a pattern of two parts
Παραδείγματα
Musicians practicing the binary rhythm focused on the clear distinction between the strong and weak beats.
Οι μουσικοί που εξασκούνται στον δυαδικό ρυθμό επικεντρώθηκαν στη σαφή διάκριση μεταξύ των ισχυρών και των αδύναμων χτυπημάτων.
Binary
01
δυαδικό, δυαδικό σύστημα
a numerical system that uses only two digits, 0 and 1, as its base
Παραδείγματα
The binary of the data was analyzed to ensure its integrity.
Το δυαδικό των δεδομένων αναλύθηκε για να διασφαλιστεί η ακεραιότητά του.
Παραδείγματα
Binary stars like this one are crucial for measuring stellar masses and understanding the dynamics of star systems.
Τα διπλά αστέρια όπως αυτό είναι κρίσιμα για τη μέτρηση των αστρικών μαζών και την κατανόηση της δυναμικής των αστρικών συστημάτων.
03
δυαδικό
a system or concept that consists of two distinct and opposite parts, where everything is categorized as one or the other
Παραδείγματα
The binary of success and failure does n't capture the full spectrum of human experiences.
Το δυαδικό της επιτυχίας και της αποτυχίας δεν καταγράφει ολόκληρο το φάσμα των ανθρώπινων εμπειριών.



























